μανιτάρι


μανιτάρι
[манитари] ουσ. о. съедобный гриб.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μανιτάρι" в других словарях:

  • μανιτάρι — το 1. φυτό χωρίς χλωροφύλλη, μύκητας σε σχήμα ομπρέλας: Πήγαμε στο βουνό για να μαζέψουμε μανιτάρια. 2. φρ., «Φύτρωσε σαν μανιτάρι», εμφανίστηκε απρόοπτα, αιφνιδιαστικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μανιτάρι — το 1. ο ορατός ομπρελοειδούς σχήματος καρποφόρος ορισμένων μυκήτων, τυπικά τής τάξης αγαρικώδη, αλλά και ορισμένων άλλων ομάδων 2. (γενικά) κάθε εδώδιμος καρποφόρος 3. ναυτ. άγκυρα χωρίς βραχίονες η οποία έχει σχήμα μανιταριού ή ανοιχτής ομπρέλας …   Dictionary of Greek

  • αρμιλαρία — (armillaria melea). Ανώτερος μύκητας (μανιτάρι) της οικογένειας των αγαρικιδών, που ανήκει στους βασιδιομύκητες, δηλαδή στους μύκητες που σχηματίζουν σπόρια, τα οποία φύονται από ειδικά κύτταρα, που λέγονται βασίδια. Έχει κωνοειδή πίλο πλάτους 2… …   Dictionary of Greek

  • αμανίτης — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από την Αθήνα. Σκοτώθηκε μόλις άρχισε η Επανάσταση σε συμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κοντά στην Αθήνα. * * * ο (Α ἀμανίτης) 1. μύκητας, μανιτάρι 2. (συνήθως στον πληθυντικό) οἱ ἀμανῖται περιληπτική ονομασία όλων …   Dictionary of Greek

  • μύκητας — ο (ΑΜ μύκης, ητος, κατά τον Ησύχ. γεν. και μύκου, ιων. τ. γεν. μύκεω) το μανιτάρι, δηλ., κατά τον σύγχρονο ορισμό του, το ορατό ομπρελόμορφο αναπαραγωγικό τμήμα που φέρει τα σπόρια ορισμένων ειδών τής τάξης αγαρικώδη τών βασιδιομυκήτων νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • σπόγγος — ο, ΝΜΑ, και σφόγγος Α 1. ασύμμετρος πολυκύτταρος διπλοβλαστικός οργανισμός, το φύλο τού οποίου περιλαμβάνει 5.000 περίπου αρτίγονα είδη που ζουν προσκολλημένα σε αποικίες ή μοναχικά στον βυθό τών θαλασσών και μερικά στα γλυκά νερά και… …   Dictionary of Greek

  • κανθαρέλλος ή κανθαρίσκος — Βασιδιομύκητας της οικογένειας των αγαρικιδών. Έχει χρώμα κίτρινο, περισσότερο ή λιγότερο έντονο. Το καρπόσωμα είναι αρχικά σαρκώδες και ελαφρά κυρτό· αργότερα, κατά την ωρίμανση, μεταβάλλεται σε χοανοειδές ή υποκρατηρόμορφο, ενώ ο πόδας του… …   Dictionary of Greek

  • Μυκήνες — I Η σημαντικότερη προϊστορική πόλη της Ελλάδας. Βρίσκεται στον βορειοανατολικό μυχό της αργολικής πεδιάδας και υπήρξε κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς πολιτισμούς, ο οποίος διήρκεσε από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Ιδρυμένη σε σπουδαίο …   Dictionary of Greek

  • αμανιτάριον — ἀμανιτάριον και ἀμανιτάρι(ν), το (Μ) μικρό μανιτάρι, μανιταράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. τού ουσιαστικού ἀμανίτης*] …   Dictionary of Greek

  • βασιλοΰτανο — το μεγάλο εδώδιμο μανιτάρι …   Dictionary of Greek